Σύνοψη του έργου

Μια Ακαδημία έχει προσκαλέσει τον «Κόκκινο Πίτερ», ένα χιμπαντζή που μεταλλάχθηκε σε άνθρωπο, προκειμένου να διηγηθεί την προηγούμενή του ζωή ως πίθηκος. Όταν εμφανίζεται μπροστά στην Ακαδημία δηλώνει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σ’  αυτό το αίτημα. Εξηγεί πως έχασε επαφή με τις ρίζες του και τις αναμνήσεις της νιότης του στην πορεία της μετατροπής του σε άνθρωπο. Το τίμημα της προσαρμογής του στον κόσμο των ανθρώπων ήταν η απώλεια της μνήμης του. Αντ’ αυτού, μοιράζεται με την Ακαδημία την πορεία των πέντε χρόνων μέσα στα οποία μετατράπηκε σιγά-σιγά σε άνθρωπο. Ξεκινά την ιστορία του από την στιγμή της αιχμαλωσίας του στην αφρικανική Χρυσή Ακτή. Ήταν μαζί με άλλους πιθήκους και έπινε νερό σε μια λίμνη όταν μια ομάδα κυνηγών τον πυροβόλησε –μια στο πρόσωπο και μια κάτω απ’ τους γοφούς. Κατόπιν, τον έβαλαν σ’ ένα στενό κλουβί και τον μετέφεραν μ’ ένα ατμόπλοιο στο Αμβούργο.

Οι πραγματικές αναμνήσεις του ξεκινούν στο ταξίδι με το ατμόπλοιο καθώς ανακτά τις αισθήσεις του από τον τραυματισμό. Στην αρχή τρομάζει, τον πιάνει απελπισία όταν αντιλαμβάνεται ότι είναι κλεισμένος σε κλουβί και προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποδράσει, αλλά μετά από λίγο γυρνά το πρόσωπό του από την άλλη μεριά και κρύβεται. Κατάλαβε εκείνη την στιγμή ότι θα πέθαινε εάν δεν έβρισκε έναν τρόπο να βγει από το κλουβί του και ο τρόπος αυτός έγινε «ο δρόμος προς την μετατροπή του σε άνθρωπο». Αρχίζει να παρατηρεί τους ανθρώπους στο πλοίο, οι οποίοι μαζεύονται γύρω από το κλουβί του, τον περιεργάζονται και διασκεδάζουν μαζί του. Τον γαργαλούν, κάνουν χοντράδες και τον φτύνουν. Παρ’ όλα αυτά ο Κόκκινος Πίτερ βρίσκει παρηγοριά στην άξεστη παρέα, αρχίζει να μιμείται τις αργές, βαριές κινήσεις τους και μέσω αυτής της διαδικασίας βρίσκει μια εσωτερική ηρεμία που τον βοηθά να κρατηθεί. Βρίσκει την μίμηση εύκολη: το μόνο που τον δυσκολεύει είναι το να μάθει να πίνει. Ένας άνδρας συνεχώς επιστρέφει προκειμένου να τον εκπαιδεύσει να πίνει ρούμι και του δείχνει πώς να κρατά, να ξεβουλώνει το μπουκάλι και να πίνει. Αλλά όσο κι αν ο Κόκκινος Πίτερ θέλει να μάθει και να ευχαριστήσει τον δάσκαλό του, κάθε φορά ρίχνει το μπουκάλι κάτω με απέχθεια. Ώσπου, ένα απόγευμα, αρπάζει ένα γεμάτο μπουκάλι ρούμι και το αδειάζει μονομιάς. Κι ενώ η συντροφιά τον παρακολουθεί, εκείνος προφέρει μια ανθρώπινη λέξη, «Γεια». Το πλήθος χαίρεται και καταλήγει πως ο πίθηκος είναι κατάλληλος για να εκπαιδευθεί.

Όταν φτάνει στην Ευρώπη, καταλαβαίνει ότι έχει δύο επιλογές: τον ζωολογικό κήπο και το θέατρο βαριετέ. Αποφασίζει να δοθεί στην προσπάθειά του να μετατραπεί σε άνθρωπο προκειμένου να καταφέρει να γίνει ηθοποιός καθώς «ο ζωολογικός κήπος δεν είναι παρά άλλο ένα κλουβί». Στο Αμβούργο τον παραδίδουν στον πρώτο του εκπαιδευτή ενώ σύντομα θα ακολουθήσουν πολλοί άλλοι καθώς έναν-έναν τους τρελαίνει με τον υπερβολικό του ζήλο για μάθηση. Παίρνει το όνομα «Κόκκινος Πίτερ» από το σημάδι που έχει στο μάγουλό του. Σε λίγο γίνεται διάσημος ηθοποιός, με δικό του ατζέντη, και δίνει παραστάσεις κάθε βράδυ περικυκλωμένος από δημοσιογράφους. Παρά την επιτυχία, παραδέχεται στην Ακαδημία ότι δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την απέχθειά του προς τους ανθρώπους: δεν αντέχει την μυρωδιά της ανθρωπότητας που κολλάει πάνω στο σώμα του και μπερδεύεται με την μυρωδιά της πατρίδας του. Είναι ένας πολύ μοναχικός χαρακτήρας. Κατάφερε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο ολομόναχος. Εκείνοι που τον επευφήμησαν για το κατόρθωμά του το έκαναν από την ασφάλεια της απόστασης. Και τώρα, στο ζενίθ της καριέρας του, επιστρέφει μονάχος στο σπίτι τα απογεύματα, όπου ένας ημι-εκπαιδευμένος θηλυκός χιμπαντζής τον περιμένει. Βρίσκει παρηγοριά στην συντροφιά της αλλά την ημέρα δεν αντέχει να την βλέπει, καθώς τα μάτια της κρύβουν το αλλοπαρμένο, αγριεμένο βλέμμα του καταπιεσμένου ζώου. Συμπεραίνει μπρος στην Ακαδημία ότι κατόρθωσε αυτό που είχε θέσει ως στόχο και ότι δεν αποζητά την αποδοχή των ανθρώπων. Το μόνο που θέλει είναι να μεταδώσει την γνώση που κέρδισε, να συντάξει μια αναφορά.