Σχετικά με την παράσταση

Απόσπασμα από το κείμενο

ΑΡΝΟΛΦΟΣ
Α! Παιδούλα είσαι πολύ μικρή, μα από κολπάκια ξέρεις! Τόσο αθώα σαν κι εσέ καμιά πάνω στη γη, Ρωτάς να μάθεις τα παιδιά αν βγαίνουν απ’ τ’ αυτί! Μα δίνεις μες στη νύχτα κρυφά ραντεβουδάκια, Κι αθόρυβα την κοπανάς να πας με τον κορτάκια! Μαζί του η γλωσσίτσα σου πώς κόβει σαν ροδάνι! Φαίνεται σε καλό σχολειό πρέπει να σε είχαν βάνει. Πώς όλα τούτα τα ’μαθες μέσα σε λίγη ώρα; Πνεύματα και δαιμόνια δεν τα φοβάσαι τώρα; Ο τζιτζιφιόγκος σ’ έμαθε να έχεις παρρησία; Κι έκανες, βρωμοθήλυκο, μια τέτοια προδοσία; Για το καλό που σού ’κανα, αυτή είναι η πληρωμή μου; Στον κόρφο μου μια έχιδνα εζέσταινα, παιδί μου, Που πήρε πια τα επάνω της κι όλο αχαριστία Το χέρι που την χάιδευε δαγκώνει με μανία!

ΑΓΝΗ
Μα γιατί μού φωνάζετε;

ΑΡΝΟΛΟΦΟΣ
Άδικο λες πως έχω;

ΑΓΝΗ
Κακό εγώ δεν έκανα, το ξέρω, το κατέχω.

ΑΡΝΟΛΦΟΣ
Με τον κορτάκια έφυγες και δεν είναι ντροπή;

ΑΓΝΗ
Μα αφού σαν άντρας πρότεινε και να με παντρευτεί. Δικά σας τα κηρύγματα δικό σας και το μάθημα Σαν παντρευτώ, μου είπατε, δεν είναι πια αμάρτημα.

ΑΡΝΟΛΦΟΣ
Ναι. Για σύζυγο δική μου σε είχα φανταστεί Το είχα αφήσει, μάλλον, να υπονοηθεί.

ΑΓΝΗ
Ναι. Μα, μεταξύ μας, ειλικρινά για να μιλήσω Εγώ εκείνον από σας μάλλον θα προτιμήσω.

Λίγα λόγια για την παράσταση

Από το 1977, κάθε δέκα περίπου χρόνια, ο Ζαν-Πιέρ Βενσάν κλείνει ένα ραντεβού με τον Μολιέρο. Μετά τον «Μισάνθρωπο», μετά τις «Κατεργαριές του Σκαπίνου» που σφραγίστηκαν από την ερμηνεία του Ντανιέλ Ωτέιγ (1990), δέκα χρόνια μετά τον «Ταρτούφο», νάτος που ξαναβρίσκει τον Ωτέιγ για να του εμπιστευτεί τον πρώτο ρόλο μιας «χαραυγής θεάτρου και ανθρωπιάς» που είναι το πρώτο μεγάλο χτύπημα το οποίο εξαπολύει ο Μολιέρος εναντίον ορισμένων μηχανισμών εξουσίας – πάντοτε πολύ επίκαιρων και πιο δραστήριων από ποτέ.

Ο Αρνόλφος, πράγματι, θέλει να πιστεύει πως μπορεί να χειρίζεται κατά βούληση την γυναικεία φύση διαμορφώνοντάς την σύμφωνα με τα γούστα του. Ή μάλλον παραμορφώνοντάς την, εφόσον η «εκπαίδευση» που προορίζει ο Αρνόλφος για την Αγνή – «εκπαίδευση» που είναι μάλλον ένα είδος εκτροφής ζώων – είναι η ίδια η αποποίηση της εκπαίδευσης.

Στα μάτια του, η απόλυτη εξουσία του κηδεμόνα πρέπει να καταλαμβάνει όλη τη θέση στην οποία έπρεπε να εγγράφεται η αυτονομία και η ελευθερία της προστατευομένης του.

Έτσι αποκομμένη από τον κόσμο, η Αγνή δεν μπορεί παρά να γίνει μαριονέτα στα χέρια ενός εγγαστρίμυθου. Ο Αρνόλφος οφείλει να αποδεχθεί ότι το ανθρώπινο υλικό δεν είναι απλώς ένα είδος παθητικού πηλού που κάθεται να τον πλάθουν. Και ο γέρος τύραννος θα μάθει επίσης απ’ τα παθήματά του πως αν θέλεις να διώξεις τον κόσμο από την πόρτα, αυτός θα μπει απ’ το παράθυρο. Εκτός και αν, έτσι απλά, έχει κιόλας μπει και έχει και στρογγυλοκαθίσει…

Σημειώματα σκηνοθέτη

Το Γέλιο

Σχετικά με το Σχολείο Γυναικών θα μπορούσαμε να παραθέσουμε μια σειρά από αναλύσεις και ερμηνείες ακαδημαϊκών: φιλολογικές, ιστορικές και πολιτικές. Και το κάναμε φυσικά. Κι έπειτα, κατά την διάρκεια των προβών, να που το έργο τα ξετύλιγε όλα αυτά μπρος στα μάτια μας με μια αφοπλιστική φυσικότητα. «Ένας θησαυρός κρύβεται εντός»: μέσα από το κείμενο –και τις δράσεις που αυτό προϋποθέτει- φανερώνονται λίγο-λίγο οι απρόβλεπτες πτυχές του νοήματος: σκηνή-σκηνή, ανάμεσα από διαλόγους τρελών, διηγήσεις, μονολόγους, παρεξηγήσεις, λάθη κωμικά ή και τραγικά…

Αλλά αυτό που παραμένει στο κέντρο όλων είναι το γέλιο. Απλώς και μόνο το γέλιο, που πηγάζει μέσα από την ιδιοφυή εξιστόρηση του Μολιέρου. Το γέλιο είναι ένα όπλο. Το γέλιο, εδώ, είναι από μόνο του, μια πολιτική θέση.

Σήμερα το θέατρο –εννοώ το ποιοτικό θέατρο – έχει απολέσει το γέλιο, το οποίο έχει γίνει κομμάτι των «one man shows» και της τηλεόρασης. Η τάση της εποχής ρέπει προς την τραγωδία, λες και το θέατρο έχει πλέον μοναδική αποστολή να ανταγωνίζεται την πραγματικότητα. «Ο κόσμος είναι ένα χάος» είναι ένα σλόγκαν που ακούμε πολύ στο θέατρο. Η περιττολογία απειλεί και πλήττει τα θεάματα. Η επιστροφή στο γέλιο βάζει μπρος μια διαδικασία εξυγίανσης. Γελάμε μόνο με αυτό που κατανοούμε ενώ αυτό που δεν καταλαβαίνουμε μπορεί να μας προκαλέσει φόβο. Το γέλιο είναι ευφυΐα.

Αυτό το ταξίδι από την πλευρά του Γέλιου, το έχουμε πραγματοποιήσει πολλές φορές στο παρελθόν. Εξερευνήσαμε βέβαια κι άλλα μονοπάτια. Αλλά όταν μια περίσταση σαν κι αυτή παρουσιάζεται προσπαθούμε να μην την χάσουμε.

Κατά βάθος, όλη μου η αρχική παιδεία, η παιδεία της εφηβείας μου, έχει περάσει από την ιστορία του γέλιου κατά τον 20ό αιώνα. Από τον βουβό κινηματογράφο (Μπάστερ Κήτον, Τσάρλι Τσάπλιν, Χάρι Λάνγκτον) και, εν συνεχεία, στον πρώιμο ομιλούντα (Χοντρός και Λιγνός, Αδερφοί Μαρξ) ως τον Λουί Ντε Φινές και τον Ρεϊμόν Ντεβός και τόσους άλλους που ξεχνώ τώρα και οι οποίοι με διέπλασαν, όπως όλους μας. Είναι όλοι τους συνταξιδιώτες, απόγονοι ή αδελφοί του Μολιέρου, ο οποίος μέσα σε αυτό το Σχολείο αφήνει για πρώτη φορά πραγματικά αχαλίνωτο το κωμικό του πνεύμα, το απόλυτο απελευθερωτικό γέλιο.

– Ζαν Πιερ Βενσάν, Δεκέμβριος 2007

Μια αυγή του θεάτρου

O Ερνστ Μπλοχ έλεγε πώς «το να δουλεύεις πάνω σε ένα κλασικό έργο είναι σα να ανάβεις ένα κερί και από τις δύο μεριές». Δίχως ιστορικότητα, το έργο είναι –εν μέρει τουλάχιστον– ακατανόητο. Δίχως απόηχο στο σήμερα, δεν έχει χρησιμότητα. Με αυτή την αρχή θα προσεγγίσουμε, όπως κάναμε πάντοτε άλλωστε, το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου.

Ανεβάζουμε το έργο σήμερα, όχι χθες και ούτε για το χθες. Το παρελθόν πρέπει να υπηρετεί το παρόν· κι όχι αντίστροφα. Δεν επιλέξαμε το Σχολείο λόγω κάποιας ιδιαίτερης προτίμησης στα χιλιοπαιγμένα κλασικά κείμενα, όσο κι αν αυτά χαίρουν ευρέως θαυμασμού και εκτίμησης. Μπορούμε όμως να κατανοήσουμε πλήρως το παρόν δίχως την γνώση – και την κρίση- όσων έχουν προηγηθεί; Όλα αυτά τα κορίτσια που υπόκεινται σε διάφορες μορφές βίας και καταπίεσης παντού στον κόσμο, όλα τα αυταρχικά αρσενικά, η προσφυγή στον θρησκευτικό σκοταδισμό για λόγους που δεν σχετίζονται με τίποτα το πνευματικό, όσα αποτελούν τις μικρές καθημερινές μας τραγωδίες, όλα αυτά εμφανίζονται στο «Σχολείο Γυναικών».

Ο Μολιέρος δεν είναι «σύγχρονός μας», όχι. Θα ήταν λάθος να εκσυγχρονίζαμε τη φόρμα του κειμένου. Υπάρχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο να ξαναβρούμε μέσα στην ιστορία του έθνους μας, μέσα στην κουλτούρα και την παράδοση που μας μεταδόθηκε, τις ρίζες ορισμένων σύγχρονων σφαλμάτων. Παρά την εντύπωση που επικρατεί σήμερα, δεν ήρθαμε στον κόσμο αναλλοίωτοι. Η επιτάχυνση του χρόνου μας κάνει σίγουρα διαφορετικούς, αλλά όχι τελείως νέα όντα. Ένας αιώνας πέρασε, κι άλλοι πριν από αυτόν, και μέσα στον καινούριο αιώνα που ξεκίνησε δεν παύουμε να είμαστε όντα ιστορικά.

Το ανέβασμα του «Σχολείου Γυναικών» σήμερα, είναι ένα συνεχές ταξίδι, λέξη προς λέξη, πράξη προς πράξη, από και προς τον 17ο αιώνα, ανάμεσα στον Μολιέρο και σ’εμάς.

Το «Σχολείο Γυναικών» αποτελεί ένα άλμα στο συνολικό έργο του Μολιέρου. Και το άλμα αυτό πραγματοποιείται μέσα από την εξέλιξη του κειμένου: παρακολουθούμε την φάρσα να μεταμορφώνεται σε κωμωδία με τέτοια ακτινοβολία και μέγεθος που εγκολπώνεται μέσα της και το δράμα. Το «Σχολείο Συζύγων», γραμμένο μόλις ένα χρόνο πριν, αποτελούσε ακόμα μια φόρμα περιορισμένη, παρά την δεξιοτεχνία και την χάρη της. Εδώ, σκηνή-σκηνή βλέπουμε να αναπτύσσεται μία ποιητική φλέβα χωρίς προηγούμενο, που θα οδηγήσει τον Μολιέρο στην συγγραφή μεγάλων αριστουργημάτων. Είναι μια κωμωδία με μια εμφανώς σκοτεινή πλευρά: το αίσθημα του εγκλωβισμού, η μελαγχολία των γηρατειών, η ανθρώπινη ανοησία αποτελούν μερικά από τα θέματά της. Στην παράσταση θελήσαμε να αναδείξουμε την πιο υψηλή μορφή φάρσας, αυτό ακριβώς που κατάφερε πρωταρχικά ο Μολιέρος. Γιατί ορισμένες φορές, η ευφυΐα γίνεται καλύτερα εμφανής μέσα από το γέλιο.

Ξέρουμε ότι από εδώ και πέρα ο Μολιέρος ρίχνεται σε έναν αγώνα, ανάβει μια φωτιά που θα καίει για καιρό. Αυτό το θεατρικό ποίημα, το τόσο ξεκάθαρο και απλό φαινομενικά, σύντομα θα ενεργοποιήσει μια σειρά αντιδράσεων –από λογοτεχνικής, πολιτικής και ηθικής πλευράς- που θα πάρουν βίαιες διαστάσεις. Ο «πόλεμος» διήρκησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια καθώς ο Μολιέρος δεν υποχώρησε. Οι ψευδευλαβείς και αντιδραστικές ομάδες, δεν ήθελαν αυτό το «Σχολείο»; Τους προσφέρει τον Ταρτούφο υπό τις διάφορες μορφές του· προσποιείται πως διασκεδάζει με τον Δον Ζουάν για να επιτεθεί δριμύτερα στις τρεις τελευταίες πράξεις. Στο τέλος του «Μισανθρώπου», μόνο, εξαντλημένος από τη μάχη με την υποκρισία, αποδεσμεύεται μέσω του Αλσέστ από τον κόσμο της εξουσίας. Έπειτα, επιτίθεται με διάφορους τρόπους κατά της αστικής τάξης, για να διασκεδάσει όλες τις κατηγορίες κοινού. Αυτό το είδος σατιρικού έργου συνεχίζει να μας ψυχαγωγεί μέχρι και σήμερα. Καθότι, μέσα σε τρισίμησι αιώνες κάποια πράγματα άλλαξαν… αλλά και πολλά άλλα έμειναν ίδια και απαράλλαχτα.

Τι μας διηγείται το έργο, στ’ αλήθεια;

Ένας άνδρας, ο Αρνόλφ, έχοντας εμμονή με την γυναικεία μοιχεία, έχει πάρει υπό την προστασία του την μικρή Αγνή, για να την κάνει μια μέρα την ιδανική γι’αυτόν γυναίκα. Την κλείνει στο σπίτι αφήνοντάς την στο σκοτάδι σε σχέση με ό,τι αποτελεί τον έξω κόσμο. Μεγαλώνει μέσα σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «αφέλεια». Μια μέρα, το κορίτσι ερωτεύεται έναν νεαρό περαστικό, τον Οράτιο. Για να την αποσπάσει από τον νεανικό έρωτα, ο Αρνόλφ επικαλείται την ορθή κρίση του κοριτσιού. «Δεν έχει νόημα», λέει η ίδια, «να μου ζητάς ορθή κρίση. Είμαι ανόητη». Καταφέρνει έτσι, όχι και με τόσο ανόητο τρόπο, να του ξεφεύγει.

Πόσα νεαρά κορίτσια δεν βρίσκονται σήμερα φυλακισμένα «για το δικό τους καλό»; Πόσοι νέοι δεν βρίσκονται σήμερα αποκλεισμένοι από τη μόρφωση, σ’ έναν κόσμο χωρίς προορισμό; Και τη στιγμή όπου η «υπεύθυνη» τάξη επικαλείται την ορθή τους κρίση, βάζουν φωτιά: ένας «αφελής» τρόπος για να καταδείξουν τη στερημένη τους ελευθερία.

Εδώ, το «σχολείο» δεν είναι η φωτιά, αλλά η αγάπη και η «φύση», που ακατανίκητα ξεφεύγουν από τον εξαναγκασμό και τον φόβο. Πάνω απ’όλα το «Σχολείο Γυναικών» είναι το εξής: η έκρηξη των έμφυτων συναισθημάτων, που διασχίζουν τα σύνορα της λογικής. Οι νεαροί μας ήρωες δεν είναι ιδιοφυΐες, ούτε χαρισματικοί. Η Αγνή και ο Οράτιος είναι καθημερινά όντα, που καμία σχέση δεν έχουν με την αύρα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας: είναι μονάχα μια κοπέλα αφελής κι ένας νεαρός γκαφατζής. Κι εκεί είναι που παρεμβάλλεται το ουτοπικό θαύμα που διαπερνά ένα κείμενο το οποίο θα μπορούσε να εγκλωβιστεί στην μετριότητα: η ευφυΐα φτάνει στην Αγνή μέσα από οδούς μαγευτικές, απρόβλεπτες. Ο Μολιέρος, ανήσυχος, προβάλλει εδώ την ουσιαστική χαρά της ζωής των αισθήσεων.

Παρουσιάζει ακόμη κι άλλα στοιχεία: έναν κόσμο που στρέφεται γύρω από τον, κυνηγημένο από εφιάλτες, Αρνόλφ. Υπάρχει ο Κρυζάλντ, «ο φίλος». Μα πώς λοιπόν δυο άνθρωποι τόσο ανόμοιοι μπορεί να είναι φίλοι; Ο χαλαρών ηθών Παριζιάνος αριστοκράτης με τον περιφρονητικό βασανιστή; Μα επειδή η αλήθεια του Μολιέρου δεν περνά μέσα από την αληθοφάνεια: πάντοτε χρειάζεται τέτοια απίθανα ανόμοια ζευγάρια για να θέσει τον κόσμο υπό εξέταση. Οι δυο τους συζητούν ακατάπαυστα έτσι ώστε φτάνουν στο σημείο να θεωρούν τρελό ο ένας τον άλλον. Κάπως έτσι συμβαίνει και στην ζωή.

Υπάρχουν η Ζορζέτ και ο Αλέν, οι υπηρέτες που έχουν προσληφθεί για το φτωχό τους πνεύμα και οι οποίοι θα απελευθερωθούν, όπως και η Αγνή, όταν η λογική του Αρνόλφ θα νικηθεί από τις πιο απλές ιδέες, τις πρωτόγονες αντιδράσεις.

Υπάρχει ένας συμβολαιογράφος, υπερβολικά σοβαρός, ο οποίος παρασύρεται από την δίνη των περιστάσεων σε μια φάρσα παράλογου.

Υπάρχει, τέλος, η Αμερική που αποβιβάζεται με τη μορφή του εξόριστου πατέρα που επιστρέφει έχοντας κάνει περιουσία, ένας από μηχανής θεός, χωρίς τον οποίο η ιστορία δεν θα τελείωνε σαν παραμύθι.

– Ζαν Πιερ Βενσάν

Σχολείο Γυναικών – Μολιέρος

To Σχολείο Γυναικών είναι μια κωμωδία του Μολιέρου σε 5 πράξεις και με έμμετρο στίχο, που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Palais-Royal, στις 26 Δεκεμβρίου 1662. Στις 20 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς ο Μολιέρος, που έκλεινε τα σαράντα, παντρεύτηκε την Armande Bejart, δεκαεννιά ετών, κόρη της παλιάς ερωμένης του Madeleine, προκαλώντας μια σειρά αντιδράσεων και κατηγοριών εναντίον του για αιμομικτικές σχέσεις με κάποια που θα μπορούσε να είναι κόρη του. Το έργο δημιούργησε σκάνδαλο το 1663 που θεωρήθηκε ως η αρχή μιας σειράς έργων που γράφτηκαν για να απαντήσουν στις κατηγορίες αυτές. Ο Μολιέρος αποκρίνεται στους πολέμιούς του μέσω της Κριτικής του Σχολείου Γυναικών. Ο Edme Boursault, συγγραφέας για λογαριασμό του Hotel de Bourgogne, γράφει λοιπόν μια κωμωδία με τίτλο Le Portrait du peintre, ou la Contre-critique de l’ecole des Femmes (Το Πορτραίτο του Ζωγράφου ή Η Αντι-Κριτική του Σχολείου Γυναικών) και ο Μολιέρος ανταπαντά με τη σειρά του με το έργο Αυτοσχεδιασμός των Βερσαλιών, στο οποίο παρουσιάζει μια καρικατούρα του Boursault και των ηθοποιών του Hotel de Bourgogne. Και έπεται συνέχεια: ο de Villiers απαντά με το La Vengeance des Marquis (Η Εκδίκηση των Μαρκησίων). Τον Ιανουάριο του 1664 ο Montfleury σκηνοθετεί έναν αυτοσχεδιασμό στο Hotel de Conde, στον οποίο, θέλοντας να δημιουργήσει ένα απωθητικό πορτραίτο του Μολιέρου, σατιρίζει το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του συγγραφέα να υποδύεται κωμικούς ρόλους –ένα χάρισμα το οποίο συνέβαλε κατά μεγάλο μέρος στην επιτυχία των έργων του.

Τα πρώτα χρόνια του Μολιέρου

Γιος εμπόρου υφασμάτων, γεννήθηκε στο Παρίσι στις 14 Ιανουαρίου του 1622 και βαφτίστηκε Jean-Baptiste Poquelin την επομένη, στην ενορία Saint-Eustache. Ο παππούς του τον πήγαινε συχνά στο θέατρο, δημιουργώντας έτσι μέσα του την αγάπη για την κωμωδία. Η μητέρα του, Marie Cresse, πέθανε το 1632 όταν ο Μολιέρος ήταν ακόμη δέκα ετών. Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε την φοίτησή του στο ιησουιτικό κολλέγιο του Clermont – σημερινό λύκειο Louis-le-Grand. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, συμφοιτητής του ήταν ο πρίγκιπας Αρμάνδος του Κοντί, ο οποίος αργότερα τον πήρε υπό την προστασία του. Επίσης φέρεται να έχει υπάρξει μαθητής του φιλόσοφου Pierre Gassendi. Στη συνέχεια, σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο της Ορλεάνης, αρνούμενος έτσι να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα του, παρά την υπόσχεση που είχε δώσει νωρίτερα.

Ο Μολιέρος ερωτεύεται την Madeleine Bejart, διευθύντρια του θιάσου «Illustre Theatre». Το 1644, ο Jean-Baptiste τη διαδέχεται με το ψευδώνυμο «Μολιέρος». Ο πρώτος του βιογράφος, Grimarest, έγραψε σχετικά με την επιλογή του ψευδωνύμου: «δεν θέλησε ποτέ να αποκαλύψει το λόγο, ούτε στους καλύτερους φίλους του».

Οι πρώτες προσπάθειές του στο Illustre Theatre είναι μέτριες. Μετά από αρκετές αποτυχίες, τα χρέη αυξάνονται και την άνοιξη του 1645, ο θίασος κυρήσσει πτώχευση. Ο Μολιέρος εγκαταλείπει το Παρίσι και παρουσιάζει επιτυχίες στην επαρχία με την Madeleine Bejart για έντεκα χρόνια. Από τον Ιανουάριο του 1646 μέχρι τον Μάρτιο του 1657, παίζει σε πολλές πόλεις της Γαλλίας – Νάντη, Αλμπί, Τουλούζη, Βιέν, Μπορντό, Αβινιόν, Ρουέν, Μοντπελιέ – αλλά και σε χωριά όπως το Αμπαζάκ, όπου ο Μολιέρος εμπνέεται και γράφει το «Monsieur de Pourceaugnac». Ο θίασος επιστρέφει στο Παρίσι το 1658.

Από το 1645 ως το 1659, ο Μολιέρος ασκεί το επάγγελμα του ηθοποιού και δραματουργού. Γράφει τις δύο πρώτες κωμωδίες· «L’Etourdi» (1655) και «Le Depit amoureux» (1656). Τα δύο αυτά έργα είναι επηρεασμένα από την ιταλική commedia dell’arte.

Η αρχή της δόξας.

Ο Μολιέρος επιστρέφει στο Παρίσι όπου υπό την προστασία του αδελφού του βασιλιά, παίζει για τον Λουδοβίκο τον 14ο μια τραγωδία που τον αφήνει αδιάφορο, και μία φάρσα που τον διασκεδάζει. Ο Μολιέρος έχει ταλέντο· η φωνή και οι μιμήσεις του κάνουν το κοινό να ξεσπά σε γέλια. Ο θίασός του σύντομα απολαμβάνει μεγάλη αναγνώριση στον χώρο της κωμωδίας και ο βασιλιάς τον τοποθετεί στο Petit-Bourbon, όπου παίζει εναλλάξ με τον ιταλικό θίασο του Scaramouche. Η πρεμιέρα της κωμωδίας «Οι γελοίες κομψές κυρίες» έχει μεγάλη επιτυχία και επιβεβαιώνει την συμπάθεια του βασιλιά. Αλλά οι παλιότερες κλασικές κωμωδίες, διασκευασμένες από τον Μολιέρο δεν στέφονται με επιτυχία. Έτσι ο βασιλιάς τον τοποθετεί σε ένα θέατρο που δεν χρησιμοποιείται πια, στο Palais-Royal. Το 1662, ο Μολιέρος παντρεύεται την 20χρονη Armande Bejart με την οποία αποκτά έναν γιο, τον Λουδοβίκο, ο οποίος πέθανε σε ηλικία οκτώμιση μηνών, μια κόρη, την Esprit-Madeleine κι έναν ακόμη γιο, τον Pierre, ο οποίος επίσης πέθανε σε βρεφική ηλικία. Τη χρονιά που παντρεύτηκε, καταπιάνεται μ’ένα θέμα εξεζητημένο για την εποχή: τη θέση της γυναίκας. Το «Σχολείο Γυναικών» θριαμβεύει. Οι θρησκόληπτοι, όμως, φοβούμενοι την επιρροή του Μολιέρου στον βασιλιά, χαρακτηρίζουν το έργο άσεμνο και αντι-θρησκευτικό. Παράλληλα, η προστασία του βασιλιά τροφοδοτεί το φθόνο στα υπόλοιπα μέλη του θιάσου. Ο Μολιέρος απαντά γελοιοποιώντας τους ανταγωνιστές του με την «Κριτική του Σχολείου Γυναικών» και με τον «Αυτοσχεδιασμό των Βερσαλιών». Το 1664, ο Μολιέρος αναλαμβάνει τη ψυχαγωγία της αυλής· γράφει την «Πριγκίπησσα της Ελίδας», όπου αναμιγνύει κείμενο, μουσική και χορό. Την ίδια χρονιά, γράφει τον «Ταρτούφο», μέσα από τον οποίο κατακρίνει την θρησκευτική υποκρισία. Το σκάνδαλο που δημιουργείται είναι τέτοιο που ο βασιλιάς το απαγορεύει για πέντε χρόνια. Παρά την απαγόρευση, ο Μολιέρος το ανεβάζει κρυφά.

Το 1665 ο «Δον Ζουάν» στέφεται με μεγάλη επιτυχία αλλά ανεβαίνει μόνο δεκαπέντε φορές. Ο θίασος γίνεται πλέον ο Βασιλικός Θίασος.

Τα τελευταία έργα

Τα επόμενα δύο χρόνια, ο Μολιέρος είναι άρρωστος. Δεν παίζει πάντα αλλά συνεχίζει να γράφει. Στον «Μισάνθρωπο», εκφράζει την στεναχώρια του μετά τον χωρισμό του με την Armande. Επιχειρεί να ανεβάσει εκ νέου τον «Ταρτούφο» με διαφορετικό τίτλο αλλά το έργο απαγορεύεται την επόμενη κιόλας ημέρα. Συνεργάζεται επίσης με τον συνθέτη Λουλύ για την παραγωγή μίας κωμωδίας-μπαλέτο, «Monsieur de Pourceaugnac». Το 1668, γράφει τον «Αμφιτρύωνα» και τον «Φιλάργυρο». Το τέλος της απαγόρευσης του «Ταρτούφου» έρχεται το 1669. Το έργο έχει πολύ μεγάλη επιτυχία. Το τελευταίο έργο του Μολιέρου είναι «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».

Ο θάνατος του Μολιέρου

Μετά την κατάρρευση και τους μυικούς σπασμούς κατά την διάρκεια της τέταρτης παράστασης του «Κατά φαντασίαν ασθενή», ο Μολιέρος πεθαίνει λίγες ώρες αργότερα λόγω αιμάτωσης των πνευμόνων, στις 17 Φεβρουαρίου του 1673. Πέθανε στο σπίτι του και όχι κατά τη διάρκεια της παράστασης, όπως πιστεύεται από πολλούς, και χωρίς να έχει απαρνηθεί το επάγγελμα του ηθοποιού, κάτι το οποίο η Εκκλησία θεώρησε ανήθικο.