Κριτικές

Ο Daniel Auteuil εκπληκτικός Αρνόλφ σε μια ημι-αυτοβιογραφική κωμωδία του Μολιέρου

To ανέβασμα του Σχολείου Γυναικών από τον Jean-Pierre Vincent ξεχωρίζει για την ισορροπία και την ευφυΐα του.

«Πρέπει να γελάσουμε ή να κλάψουμε;», είναι το ερώτημα που τίθεται σε κάθε ανέβασμα έργων του Μολιέρου. Για αρκετό καιρό ίσχυε αυστηρά το πρώτο και, σταδιακά, το κωμικό στοιχείο εκφυλιζόταν σε μια σειρά από χοντροκομμένα αστεία. Έπειτα, σε αντίδραση αυτού, κι από επιθυμία να αναδειχθεί το βάρος και το βάθος των κειμένων, παρουσιάζονταν ζοφερά και δυσοίωνα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκει την χρυσή τομή ο Jean-Pierre Vincent στο υπέροχο «Σχολείο Γυναικών», ισορροπώντας μεταξύ φάρσας και τραγικού, οδηγώντας διαρκώς το κοινό από το ένα στο άλλο: από το αυθόρμητο στο αμήχανο γέλιο.

Η ιστορία είναι γνωστή: φθάνοντας σε ώριμη ηλικία, ένας άντρας, ο Αρνόλφ, αποφασίζει να παντρευτεί την νεαρή Ανιές, την οποία μεγαλώνει από παιδί με αυτή την προοπτική. Γι’αυτό την κρατούσε μακριά από τον έξω κόσμο κι από κάθε μορφή εκπαίδευσης. Το μόνο που φοβάται είναι να τον απατήσουν, και προτιμά κάποια «άσχημη κι αφελή, από μια γυναίκα όμορφη και πνευματώδη».

Η κωμωδία αυτή – την οποία ο Μολιέρος έγραψε το 1662, έτος όπου παντρεύτηκε την 20χρονη Armande Béjart – αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες του συγγραφέα της, ενός άντρα που παντρεύτηκε μια γυναίκα πολύ νεότερή του. Ωστόσο, πέρα από τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, σχεδιάζεται ακόμα το πορτραίτο του ιδεοληπτικού, μοτίβο που εμφανίζεται σε όλο του το έργο, από τον Φιλάργυρο έως τον Κατά Φαντασίαν Ασθενή. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ποικίλα θέματα που διατρέχουν το κείμενο (δικαίωμα στον έρωτα και την νεότητα, κριτική της θέσης της γυναίκας…), είναι αυτή η πλευρά στην οποία δίνει έμφαση ο Jean-Pierre Vincent εμπιστευόμενος τον ρόλο του Αρνόλφ στον Daniel Auteuil που αποδίδει εκπληκτικά το οξύ πνεύμα του έργου.

Συναντώντας τον σκηνοθέτη δεκαεπτά χρόνια μετά τις Κατεργαριές του Σκαπίνου, ο ηθοποιός αποτελεί τον πολυμήχανο, τρυφερό, ανήσυχο ήρωα του Μολιέρου, έναν άνδρα πέρα από κάθε λογική ή πραγματικότητα. Ακόλουθος του Τσάρλυ Τσάπλιν κατά βούληση, φορώντας κουστούμι εμπνευσμένο από αυτό του Μολιέρου, προκαλεί γέλιο μέσα από το γελοίο της υπερβολής. Όμως, τρομάζει κιόλας, καθώς παρασύρει τους πάντες προς μία καταστροφική νεύρωση – τον εαυτό του αλλά και το κοινό. Ο γελωτοποιός παγιδεύεται μέσα στο τραγικό, το γκροτέσκο, το τρομακτικό.

Στο πλάι του, όλοι οι κωμικοί κρατούν ανάλογο επίπεδο παρέχοντας αυθεντικότητα στον ρόλο καθώς και μια μη-αναμενόμενη διάσταση στους χαρακτήρες που υποδύονται, είτε είναι δευτερεύοντες είτε μικρότεροι: ο Bernard Bloch ο φίλος και διαπραγματευτής από απόσταση ασφαλείας, ο Stéphane Varupenne ο ερωτευμένος γόης, η Michèle Goddet και ο Charlie Nelson στους ρόλους των υπηρετών.

Πρέπει επίσης να σημειωθούν οι Pierre Gondard, Jean-Jacques Blanc, και, κυρίως, η Lyn Thibault· η μεγάλη αποκάλυψη της παράστασης. Προσφάτως απόφοιτη της Δραματικής Σχολής των Καννών, υποδύεται το πρόσωπο της Αγνής. Φαίνεται αθώα αλλά όχι και αφελής, αδέξια αλλά και με λεπτότητα. Θύμα, αλλά πολύ περισσότερο, μια λαμπρή αγωνίστρια.

La Croix
– Didier Méreuze

Το Σχολείο του Φεμινισμού

Επιλέγοντας να μας παρουσιάσει μια ελάχιστα ρεαλιστική σκηνογραφία, ο ζωγράφος Ζαν-Πωλ Σαμπά γεμίζει τον χώρο με έναν συμβολικό χάρτινο πύργο για να καθορίσει τον τόπο όπου ο Αρνόλφος κρατάει φυλακισμένη την νεαρή Αγνή περιμένοντας την ημέρα του γάμου τους. Η γελοία νοητική κατασκευή ενός γέρου που δεν αντέχει την ιδέα του κερατώματος. Που, αφού έριξε τα μάτια του πάνω σε ένα παιδί, το εκπαιδεύει μακριά απ’ τους πειρασμούς του κόσμου και απαιτεί να παντρευτεί, χωρίς να διακυβεύει τίποτα, με εκείνην την οποία ισχυρίζεται πως διαμόρφωσε και την έκανε μια συναρπαστική ηλίθια.

Ο Ντανιέλ Οτέιγ είναι ο ιδανικός ηθοποιός για να ερμηνεύσει πάνω σε τεντωμένο σχοινί την λεπτή παρτιτούρα που συνέθεσε ο σκηνοθέτης του. Γλιστρώντας ως συνένοχος μέσα στο πετσί του Αρνόλφου, ο Οτέιγ εμφανίζεται, για άλλη μια φορά, ικανός να μας κάνει να γελάσουμε με τον τρόπο ενός Τσάπλιν και ενός Μπάστερ Κήτον. Το έργο του Μολιέρου– που η παράσταση έχει τινάξει από πάνω του όλη την σκόνη από τα γνωστά στερεότυπα – λάμπει πάνω στην σκηνή.

Στην Αγνή, όμως, ο Ζαν-Πιερ Βενσάν αφιερώνει την σκηνοθεσία του. Ενώ, στο τέλος, όλα μοιάζουν να της χαμογελούν, ενώ ο Αρνόλφος δεν αποτελεί πια γι’ αυτήν τον παραμικρό κίνδυνο, και ενώ πρόκειται επί τέλους να παντρευτεί με εκείνον που λαχταράει η καρδιά της, η Αγνή είναι η μόνη που δεν χαίρεται. Βάζοντάς την να παίξει την φάλτσα νότα στην συναυλία της ήσυχης συνείδησης που κλείνει το έργο, ο Ζαν-Πιερ Βενσάν μας θυμίζει πως η κωμωδία που τελειώνει σκοντάφτει πάνω σε κάτι που δεν έχει λεχθεί. Η Αγνή δεν έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της. Εδώ έχει διαπραχθεί ένα αληθινό έγκλημα. Έχει κλαπεί η παιδική της ηλικία. Θύμα των φαντασιώσεων ενός αρσενικού που ήθελε να την καθυποτάξει στην βούλησή του και στον πόθο του, η Αγνή ξέρει ότι, αν όλοι βγαίνουν απ’ αυτήν την ιστορία άθικτοι, εκείνη χρειάζεται χρόνια για να συνέλθει.

Les Inrockuptibles
– Patrick Sourd

“Μολιέρος κατά τον Ντανιέλ Οτέιγ”

L’ Humanité Jean-Pierre Léonardini

Ο Jean-Pierre Vincent ανεβάζει το «Σχολείο Γυναικών» με τον Daniel Auteuil στο ρόλο του Αρνόλφ, του ώριμου άντρα που μεγαλώνει μια μικρή με σκοπό να αποκτήσει, τη στιγμή που το θέλει, μία άμεμπτα υποταγμένη σύζυγο. Άσπονδος εχθρός της μοιχείας, ο Αρνολφ πέφτει από τα σύννεφα καθώς διαπιστώνει πως όταν η «αθώα περιστέρα» γνωρίζει το νεαρό, μεταμορφώνεται σ’ένα ον χωρίς ηθικούς φραγμούς, ικανό για κάθε πονηριά που μπορεί να κάνει τον ίδιο να βγάζει καπνούς. Ας μην το κουράζουμε, την πλοκή τη γνωρίζουμε. Αυτή είναι η ιστορία, την οποία ο Μολιέρος σφυρηλάτησε και δημιούργησε ένα αριστοτέχνημα: απαραίτητος είναι ένας ρωμαλέος ερμηνευτής, η έμπνευση, η ωριμότητα. Μπαίνουμε στο πετσί του Μολιέρου. Πρόσφατα, ο Didier Bezace επέλεξε τον Pierre Arditi, που ηθελημένα ολίσθαινε σε σκοτεινά εδάφη καθώς, ενώ μεγάλωνε, έβλεπε ξαφνικά τον εαυτό του να απελευθερώνεται από κάθε επιθυμία αποπλάνησης. Ο Auteuil οραματίζεται και δημιουργεί διαφορετικό τον χαρακτήρα. Θέτει το κωμικό στοιχείο ως προτεραιότητα· και γι’αυτόν το λόγο δε τσιγγουνεύεται κανένα από τα κατάλληλα τεχνικά μέσα: νευρικό βήμα, βιαστική εκφορά λόγου, έκπληξη που αφήνει το στόμα ανοιχτό, υπερβολικές κινήσεις και γκριμάτσες που προκαλούν γέλιο. Άλλωστε, γι’αυτό πρόκειται.

Ο Jean-Pierre Vincent εκφράζεται έξυπνα χρησιμοποιώντας τους δικούς του όρους: «Σήμερα το θέατρο –εννοώ το ποιοτικό θέατρο – έχει απολέσει το γέλιο, το οποίο έχει γίνει κομμάτι των «one man shows» και της τηλεόρασης. Η τάση της εποχής ρέπει προς την τραγωδία, λες και το θέατρο έχει πλέον μοναδική αποστολή να ανταγωνίζεται την πραγματικότητα. «Ο κόσμος είναι ένα χάος» είναι ένα σλόγκαν που ακούμε πολύ στο θέατρο. Η περιττολογία απειλεί και πλήττει τα θεάματα. Η επιστροφή στο γέλιο βάζει μπρος μια διαδικασία εξυγίανσης. Γελάμε μόνο με αυτό που κατανοούμε ενώ αυτό που δεν καταλαβαίνουμε μπορεί να μας προκαλέσει φόβο. Το γέλιο είναι ευφυΐα». Έχει δίκιο. Και το αποδεικνύει δημιουργώντας ένα ωραίο έργο σε θεατρική πρόζα, χωρίς ανακατωσούρες, που ζωντανεύει μέσ’απ’το παιχνίδι του πρωταγωνιστή – ενός Αρνολφ θυελλώδη και οπλισμένου με σιγουριά –· εριστικό προς αυτούς που γνωρίζουν το είδος (την Georgette-Michèle Goddet, τον Alain-Charlie Nelson), και εύλογο σύμφωνα με την εκνευριστικά δικαιολογημένη λογική του Bernard Bloch, που υποδύεται τον Χρύσαλδο. Δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία στο «Σχολείο Γυναικών», παρά ο πόνος της αγάπης μεταμορφωμένος σε θρύλο και μία φιλοσοφική, ποιοτική ψυχαγωγία που ευφυώς σκιαγραφείται μέσα από την αποθέωση του γελοίου. Ας προσθέσουμε ότι σκοπός της σκηνογραφίας του Jean-Paul Chambas έχει σκοπό να δώσει μορφή σ’αυτήν τη σύλληψη· μέσα από τα περιστρεφόμενα σκηνικά, τα χρώματα σε συνδυασμό με το φωτισμό του Alain Poisson, και τη λεπτή φυλλωσιά που παραπέμπει σε γκραβούρα της εποχής.

Ο τέλειος εγκλιματισμός του έργου, η σχεδόν μαθηματική του ακρίβεια όσον αφορά όλα τα κωμικά συμβάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, δε μπορεί παρά να αφήσει έκθαμβο έναν αθώο θεατή. Όσο για κάποιον σχολαστικό που γνωρίζει το είδος, θα ικανοποιηθεί απ’τη σκηνή του ξανασμίγματος, την υιοθέτηση παραλλαγών και την εναρμόνιση κομματιών σε αρμόζουσα σειρά· όπως οι οδηγίες της τέλειας συζύγου που υπαγορεύονται στην Ανιές, ή το τραγούδι γνωστό ως «Η γατούλα πέθανε», μέσα στο οποίο κολυμπά χωρίς να βρέχεται η Lyn Thibault, η Ανιές με το χαμηλωμένο βλέμμα, το λεπτοκαμωμένο ανάστημα, του οποίου το πνεύμα έχει φανερά προ πολλού απελευθερωθεί. Το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας πηγάζει από το γεγονός ότι ο τιμημένος κωμικός που βρίσκεται στο πάνω μέρος της αφίσας δεν χρησιμοποιεί την υπόληψή του. Πράγματι, ο Daniel Auteuil υποβάλλει τον εαυτό του σε πολύ καλή δουλειά, όπου διακριτικά αναμιγνύει την ευφυία με το ένστικτο. Άλλοτε και στις Κατεργαριές του Σκαπίνου μας είχε εντυπωθεί θετικά χάρη στη σκηνική του παρουσία. Με τον ρόλο του Αρνολφ επιβεβαιώνει το ταλέντο του. Την τιμιτική του έχει λοιπόν αυτος ο «καλλιτέχνης της ‘κονόμας», όπως λέει ο ίδιος, κάνοντάς μας να κοκκινίζουμε. Αλλά ξέχασα, πρέπει να το αναφέρω: Πηγαίο γέλιο. Χωρίς ντροπή καμία.

Ένα αξιέπαινο σχολείο

«Αυτός που το λέει, είναι»: η παιδική αυτή φράση αποτελεί βασικό μοτίβο στον Μολιέρο. Στο «Σχολείο Γυναικών», αυτό λέει ουσιαστικά o Κρυζάλντ στον Αρνόλφο, όταν σχολιάζει την εμμονή του δεύτερου με την μοιχεία: «Ναι, αλλά αυτός που γελάει με τον πλησίον του, πρέπει να φοβάται πως κάποιοι άλλοι θα γελάσουν και με εκείνον». Ο Αρνόλφος συνεχίζει με σκυμμένο το κεφάλι. Και όταν, στο τέλος, ο Κρυζάλντ επιμένει λέγοντάς του «Εάν το να μη γίνετε θύμα της μοιχείας σας φαίνεται τόσο μεγάλο καλό, το να μη παντρευτείτε καθόλου είναι η καλύτερη λύση» , ο Αρνόλφος φεύγει έξαλλος από οργή καθώς το «να πέσει θύμα της μοιχείας» αποτελεί το μοναδικό πράγμα που δεν μπορεί να αντέξει.

Από όλα τα θεατρικά έργα του Μολιέρου, το «Σχολείο Γυναικών» είναι το πιο φιλοσοφικό – και υπονομευτικό. Ειλικρίνεια, σύνεση και κοινή λογική αποδεικνύονται λανθασμένες ιδέες. Μια συνεχής αντιπαράθεση τίθεται σε λειτουργία και φανερώνει την ικανότητα του Μολιέρου να συγκινεί, δείχνοντας απλώς ότι όσο πιο κατηγορηματικοί είμαστε, τόσο περισσότερο επιθυμούμε αλλά και προκαλούμε το αντίθετο από αυτό που λέμε. Ότι και τα πιο επεξεργασμένα επιχειρήματα δεν έχουν καμία ισχύ ενάντια στο υποσυνείδητο. Παράλληλα, ο Μολιέρος είχε το δαιμόνιο να φέρει στο φως μέσω του «Σχολείου Γυναικών» έναν νέο τρόπο έκφρασης, που δεν προκαλεί ποτέ ανία.

Ο Jean-Pierre Vincent συναντά και πάλι το κλασικό ρεπερτόριο εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο του. Ιδιαίτερη νότα στην παράσταση το αριστουργηματικό σκηνικό: καθώς τα πάντα κινούνται γύρω από το σπίτι του Αρνόλφο, ο σκηνογράφος Ζαν Πολ Σαμπά εμπνεύστηκε και κατασκεύασε έναν χώρο που επίσης γυρνάει, πετυχαίνοντας να συνδυάσει με εξαιρετικό τρόπο την λειτουργικότητα με την αισθητική.

Η κωμική διάσταση των πραγμάτων, ωστόσο, είναι πάντοτε παρούσα: φορώντας μπότες και στρόγγυλο καπέλο, με το μουσάκι του και τα μακριά μουστάκια, ο Ντανιέλ Οτέιγ είναι λες κι έχει δραπετεύσει από γκραβούρα του 19ου αιώνα. Η ένρινη φωνή του δίνει την αίσθηση μιας άλλης εποχής, χωρίς όμως να αλλοιώνει την σαφήνεια των στίχων. Ο Οτέιγ αγκαλιάζει με οίστρο την γελοία διάσταση ενός χαρακτήρα που είναι σαφώς πιο πολύπλοκος από όσο αρχικά φανερώνει. Στο πλάι του, η Λυν Τιμπό ως Αγνή ενσαρκώνει, θα έλεγε κανείς, την τέλεια αθωότητα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, εξαιρετικό σθένος. Τέλος, οι υπόλοιποι ηθοποιοί συγχρονίζονται απόλυτα στον ρυθμό μίας παράστασης δίχως την παραμικρή παραφωνία. Τι άλλο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε;

Liberation
Rene Solis